Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Οι γυναίκες και ο φόβος του θανάτου

image
Μερικές φορές οι σκέψεις σε κυκλώνουν. Λες, είμαι αρκετά καλός; Έντιμος; Ειλικρινής; Έχω συναίσθηση; Καταλαβαίνω; Μήπως είμαι εγωιστής; Μήπως κάτι μου διαφεύγει; Και επειδή δεν είσαι σίγουρος ότι έχεις τις απαντήσεις, αρχίζεις και σκέφτεσαι τυχαία πράγματα. Είναι μια νύχτα του καλοκαιριού κι έχεις πιει μπίρες, το μυαλό τρέχει με χίλια. Θυμάσαι κάτι που διάβασες και λες, αλήθεια, τι θέλουν οι γυναίκες; Μπαίνεις στον κόπο να τις καταλάβεις, όχι τόσο για σένα, πιο πολύ από την πλευρά των ανδρών πας να το σκεφτείς, για λογαριασμό τους. Οι γυναίκες, λες, θέλουν να τις αγαπάς και να τις φροντίζεις. Κι έπειτα, να είσαι εκεί όταν σε χρειάζονται, να τις κάνεις να αισθάνονται ασφαλείς, όχι χωρίς μια δόση περιπέτειας, να σέβεσαι τις επιθυμίες τους, να τις καταλαβαίνεις, τι ανάγκες έχουν, ποιες δυσκολίες, σκέψεις, αναταράξεις, ανασφάλειες, αμφιβολίες, να αναγνωρίζεις το δικαίωμά τους στην κυκλοθυμία, χωρίς να χρειάζεται να πουν πολλά. Κι όταν μιλούν να τις ακούς με προσοχή και να τους μιλάς πίσω. Για αρχή αυτά. Πολλά θέλουν;
Είναι μια τυχαία νύχτα που παίρνεις το δρόμο για το σπίτι και λες, είναι μια περιπέτεια η ζωή και θέλει ρίσκο. Περιμένεις το λεωφορείο κι αυτό δεν έρχεται, και λες θα πάω να το προλάβω πιο κάτω, να περπατήσω και λίγο. Δεν είναι κακή ιδέα, μα είσαι κουρασμένος ύστερα από μια γεμάτη μέρα, φτάνεις στην επόμενη στάση πάλι τίποτα. Κοιτάς στο βάθος του δρόμου, βλέπεις μόνο τα φώτα των ΙΧ κι ένα σκουπιδιάρικο που πλησιάζει αγκομαχώντας και η μυρωδιά του, που πάει να σε φτάσει, σε κάνει να θες να προπορευτείς. Την ώρα που ανοίγεις το βήμα σου, βλέπεις το λεωφορείο να έρχεται και να σε προσπερνάει, bad timing, λες, δεν συγχρονιστήκαμε. Ρίχνεις το φταίξιμο και στους δυο και συνεχίζεις, στο κάτω-κάτω έκανες τις επιλογές σου. Στα μισά του δρόμου πετυχαίνεις ένα που σου κάνει και το παίρνεις, κι ενώ έχεις εισιτήριο αποφασίζεις να μην το χτυπήσεις, όχι για κάποιον άλλο λόγο αλλά επειδή δεν ήταν εκεί όταν το χρειάστηκες, όταν περίμενες να έρθει κι αυτό δεν εμφανίστηκε.
Το παίρνεις το ρίσκο, είναι βράδυ κι ο κόσμος είναι λίγος, και νιώθεις να απολαμβάνεις αυτή τη μικρή αίσθηση παρανομίας που σε σώζει για λίγο από την υποχρέωση να κάνεις τα πράγματα όπως πρέπει. Και χωρίς να το ξέρεις, όπως διάβασες κάπου και σου άρεσε, η ιδέα της παράβασης, της παραβίασης, που είναι πιο ισχυρή από αυτή του νόμου, σε βοηθάει να πολεμάς το φόβο του θανάτου. Και λες, στη ζωή δεν πρέπει να είναι όλα πολύ τακτοποιημένα. Μια ζωή που το καθήκον καταλαμβάνει υπερβολικό χώρο εις βάρος της ανεμελιάς δεν έχει λογική, μα και μια ανέμελη ζωή χωρίς συναίσθηση ευθύνης πάλι δεν κολλάει. Τα πράγματα χρειάζεται να βρουν τη θέση τους για να ισορροπήσουν.
Και μετά λες, δεν με νοιάζει τίποτα, θα κάνω ό,τι μου ’ρθει, και κοιτάς την κυρία στο λεωφορείο που δυσκολεύται να καθίσει γιατί την έχουν πάρει τα χρόνια και νιώθεις ξαφνικά πως η ζωή είναι μικρή, πως περνάει γρήγορα κι είναι κρίμα να σου γλιστρήσει από τα χέρια χωρίς να την καταλάβεις. Θα κάνω ό,τι μου ’ρθει, λες, γιατί όχι; Κι αυτό που σου ’ρχεται να κάνεις είναι να πας να τη βοηθήσεις, την κυρία, να της πεις μια κουβέντα, πράγμα που για κάποιο λόγο σε κάνει να σκεφτείς τους ανθρώπους που σε νοιάζουν πραγματικά, τις δυσκολίες που έχουν. Κι από εκεί, συνειρμικά, ποιος ξέρει γιατί, σου ’ρχονται στο μυαλό τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων που κοιτούσες όσο περίμενες το λεωφορείο, και μαζί τους η χυδαιότητα που έχει εισβάλει στη ζωή μας, το ψέμα και η αμετροέπεια, οι κίνδυνοι, και λες πώς να λειτουργήσει το κοινωνικό, αφού όλα είναι θέμα ύπαρξης; Αν δεν έχει λύσει ο καθένας τα θέματά του, πώς να βγει προς τα έξω και να μιλήσει για των άλλων, γιατί αποκρύβουμε αυτή την αλήθεια ότι πριν από όλα αυτό που έχει σημασία είναι πώς είναι ο καθένας μέσα του; Μια κοινωνία σε κρίση, χωρίς λεφτά και ήθος, χωρίς συναίσθηση, βουτηγμένη στην άγνοια και την υποκρισία, που δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες της, δεν έχει πολλές ελπίδες, σκέφτεσαι και σφίγγεσαι ασυνείδητα γιατί ξέρεις πως η τύχη σου είναι αλληλένδετη με τη δική της.
Στο μεταξύ, εκείνη η κυρία κι εσύ έχετε μείνει οι δυο σας, τελευταίοι επιζώντες μετά από μια καταστροφή, με κοινή κατεύθυνση, αυτή λίγο πιο κοντά σύμφωνα με τη φυσική ροή των πραγμάτων. Τι παράξενο να σκέφτεσαι το θάνατο βραδιάτικα μέσα σε άδειο λεωφορείο, γιατί όχι, η σκέψη του θανάτου όσο είναι θεωρητική, χωρίς πρόσωπο, όσο παραμένει στη σφαίρα της φιλοσοφίας δεν είναι δύσκολη, άσε που πρέπει κανείς να προετοιμάζεται, γιατί ο θάνατος είναι αναγκαίος, όπως και η ζωή, όπως το να ψάξεις να βρεις απάντηση στο ερώτημα τι θέλουν οι γυναίκες για να μπορέσεις να τις κρατήσεις κοντά σου. Οι γυναίκες απαλύνουν το φόβο του θανάτου, όπως κι ο έρωτας, όπως η αφοσίωση, η παρουσία μας όταν μας έχουν ανάγκη, όπως άλλωστε και το καθήκον. Το καθήκον μαζί με την ευχαρίστηση οφείλουν να βρουν τρόπο να ισορροπήσουν, λες, αλλιώς τίποτα από τα δύο δεν έχει νόημα, και ξαφνικά σκέφτεσαι τη δική σου ζωή, μήπως πρέπει να γείρει λίγο πιο πολύ προς τη μία ή την άλλη πλευρά της ζυγαριάς. Μια στάση πριν το τέρμα κατεβαίνεις, και λες δεν με νοιάζει τίποτα, όχι επειδή είσαι μηδενιστής, κάθε άλλο, αλλά επειδή οι παραπάνω σκέψεις σε κάνουν να εκτιμήσεις περισσότερο τα πράγματα που έχουν σημασία, κι αυτή η προσφορά τους είναι ανεκτίμητη.
Και επιστρέφεις στο αρχικό ερώτημα, όχι αν είσαι αρκετά καλός ή μήπως εγωιστής, στο άλλο, το πιο ανάλαφρο, και λες τελικά οι γυναίκες θέλουν απεύθυνση, θέλουν έρωτα, θέλουν χάδια και φιλιά. Η ανάγκη τους να νιώθουν επιθυμητές τις κάνει να αποζητούν το παιχνίδι της γοητείας, σε ζυγίζουν με το βλέμμα κι έπειτα περιμένουν να δουν την επίδρασή σου πάνω τους, ποιο είναι το εφέ που τους προξενείς. Αν τους κάνεις θα σου δώσουν ό,τι έχουν, αλλιώς θα σου γυρίσουν την πλάτη, μπορεί και να παίξουν μαζί σου και μετά να πάνε αλλού, μπορεί να σε κρατήσουν φίλο καλό για τις δύσκολες ώρες, να διαλέξουν κάτι από σένα που έχουν ανάγκη ή να σε ερωτευτούν παράφορα. Μπορεί και να μη σου ρίξουν δεύτερη ματιά ή να μείνουν κοντά σου μέχρι να φύγουν μια και καλή και για πάντα. Οι άντρες είναι πιο απλοί, βολεύονται με ό,τι έχουν, αρκούνται με λιγότερα, πιο εύκολα, ίσως είναι περισσότερο αυτάρκεις, τους τραβούν την προσοχή δυο ωραία πόδια, ένα ζουμερό στήθος, ένα προκλητικό φόρεμα, λογικό, οι γυναίκες είναι το ωραίο φύλο, ξέρουν να ανάβουν φωτιές, ποιος μπορεί να τους αντισταθεί; Κι ενώ με τις γενικεύσεις οφείλει κανείς να είναι προσεκτικός, τείνεις να καταλήξεις πως τα δύο φύλα έχουν διαφορές στο πώς αντιλαμβάνονται τη ζωή, τις σχέσεις, τον έρωτα – για το θάνατο δεν μπορώ να πω το ίδιο, εκεί ενδεχομένως είμαστε όλοι ίσοι. Όπως και να ’χει, το σίγουρο είναι πως οι γυναίκες είναι περίεργα πλάσματα. Δεν είναι τόσο εύκολο να καταλάβεις τι θέλουν, ούτε να τις γοητεύσεις, ούτε να τους αντισταθείς, ούτε να τις κρατήσεις, αλλά αυτό είναι το ωραίο...

«Ο θάνατος κι η κόρη», ένα από τα πιο ωραία κουαρτέτα του Franz Schubert.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου