Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Αγάπες και Λουλούδια - Γεωργία Χατζηγεωργίου Σε μια βραδιά τα ζήσαμε όλα

Γνωρίστηκαν το Φεβρουάριο του 2012, λίγο πριν τα γενέθλιά τους. Ωραίο και μοιραίο δώρο. Και για τους δύο. Ήταν ένα βροχερό και παγωμένο βράδυ έξω. Μέσα καιγόντουσαν καρδιές. Ένας κοινός φίλος τους σύστησε. Όταν τον πρωτοείδε σκέφτηκε: «Ωχ, ακόμα ένας μαλάκας .» Όταν την πρωτοείδε σκέφτηκε: «Τι ψωνάρα είναι αυτή; » Όταν όμως άνοιξαν τα στόματα και βγήκαν οι πρώτες λέξεις, η γη σταμάτησε να γυρίζει. Το φόντο μαύρο, οι προβολείς πάνω τους και στο πλάνο μόνο αυτοί. Ποτέ της δε μαγεύτηκε από εικόνες. Ήθελε μυαλό, βλέμμα και φωνή για να κάνει γκελ η καρδιά της. Το ίδιο και εκείνος. Έρωτας γνήσιος, υπερβολικός και βιαστικός λόγω συνθηκών. Κοιταζόντουσαν στα μάτια και διάβαζε ο ένας τις σκέψεις του άλλου. Κι ας μην είχαν ξαναειδωθεί. Κι ας μην ήξεραν από που κρατάει η σκούφια τους. Οι προτάσεις τους άρχιζαν και τελείωναν μαζί, με μια φωνή, με τα ίδια λόγια. Ίδιες μουσικές, ίδιες ταινίες. Τσιγάρα να τσουρουφλίζουν τα δάχτυλά τους, πόδια μπλεγμένα, φιλιά διάρκειας ατελείωτων ωρών. Όχι ατελείωτων, ψέματα. Όσο κρατάει μια νύχτα. Μια στιγμή, για πάντα. Υπάρχουν κι αυτοί οι έρωτες. Που η ζωή τους είναι μόλις μερικές ώρες. Και είναι έντιμοι. Δεν έχουν μισόλογα και ψέματα. Ξέρουν που πάνε και γιατί. Μένουν στο ροζ σύννεφό τους  μέχρι να έρθει το πρωί. Είναι οι έρωτες που δεν προλαβαίνουν να πέσουν απ' το δέντρο και να σαπίσουν. Εκείνος περαστικός απ' το νησί της, εκείνη μόνιμη κάτοικος. Το ήξεραν το τέλος. Αλλά η λαχτάρα τους δε χωρούσε ρολόγια και λεπτά. Τις συζητήσεις τους τις διέκοπταν για να φιληθούν, για ν' ανάψουν τσιγάρο και για μια γουλιά κρασί. Κατακόκκινο όπως τα αισθήματά τους. Πρόλαβαν να μιλήσουν για τα πάντα. Για τα παιδικά τους χρόνια, για τους έρωτες, τις αγάπες τους, τα πρωινά, τις νύχτες τους. Πώς πίνουν τον καφέ και πώς τρώνε τα γεμιστά. Ποιος ήταν ο πρώτος δίσκος που αγόρασαν, για το κρυφό κάπνισμα στο σχολείο, για τις αναμνήσεις και τα όνειρα. Πώς κοιμούνται και πώς ξυπνάνε. Φράσεις από βιβλία, στίχοι από ποιήματα, εμπειρίες από ταξίδια. Μυρωδιές, εικόνες. Η μυρωδιά του λαιμού της, η γεύση των χεριών του. Έχωνε τη μύτη της στα μαλλιά του κι εκείνος τις δάγκωνε το μάγουλο. Άνοιγε το παλτό και την αγκαλιά του κι εκείνη κούρνιαζε σαν παιδί. Απ΄ το μπαρ στη θάλασσα κι από εκεί στο σπίτι της με τα πόδια, όχι με το αυτοκίνητο, για να χορτάσουν τη διαδρομή πιασμένοι χέρι χέρι. Να γνωριστούν ακόμα καλύτερα κι ας ήξεραν πως σε λίγες ώρες θα χωριστούν και δεν θα ξαναβρεθούν. Τα σεντόνια της είχαν πάντα άρωμα λεβάντας και το σώμα της μύριζε βανίλια. Το σεξ δεν ήταν αναγνωριστικό. Ήταν σα να γνωριζόντουσαν από παλιά. Σα φίλοι, σαν εραστές. Μερικές γρατζουνιές στην πλάτη του και τέσσερα σημάδια στα χέρια της έμειναν για να κρατάνε ζωντανό εκείνο το βράδυ, μερικές μέρες ακόμα. Κοιμήθηκαν και ξύπνησαν μαζί, γυμνοί, στην ίδια θέση, αγκαλιά. Έμειναν έτσι μέχρι και λίγη ώρα πριν την πτήση του. Ο αποχαιρετισμός τους ένα φιλί. Απ΄ τα δικά τους, τα ατελείωτα. Όταν έκλεισε την πόρτα γύρισε στο κρεβάτι κι έμεινε εκεί μέχρι το μεσημέρι. Τραβούσε τζούρες απ' το μαξιλάρι που είχε κοιμηθεί εκείνος. Ήταν ευτυχισμένη. Ήταν και οι δύο ευτυχισμένοι και πλήρεις για ό,τι έζησαν. Δεν ήταν άλλο ένα άγευστο και γρήγορο one night stand. Γαμιόμαστε, ντυνόμαστε, καληνύχτα, τα λέμε. Ήταν κάτι άλλο. Δύο άνθρωποι που σε ένα βράδυ έζησαν μια ζωή, έναν έρωτα και γιατί όχι, μιαν αγάπη. Απ' αυτά τα αληθινά παραμύθια που όλοι ζήσαμε ή θα ζήσουμε κάποια στιγμή. Που υπάρχουν ακόμα κι αν εσύ δεν τα πιστεύεις. 

Πηγή: http://www.pillowfights.gr/agapes_kai_louloudia/item1338/Σε_μια_βραδιά_τα_ζήσαμε_όλα
Copyright © pillowfights.gr

Έλενα Ακρίτα: Γαμώ την τρέλα μου με τις "θυσίες του ελληνικού λαού" που μας κοπανάτε 5 χρόνια τώρα


Η Έλενα Ακρίτα έγραψε:

«Να θυσιαστεί και κάνας άλλος, λεβέντες μου;
Γαμώ την τρέλα μου με τις 'θυσίες του ελληνικού λαού' που μας κοπανάτε 5 χρόνια τώρα. Ποιες θυσίες, ρε σεις; Ποιες θυσίες που ούτε τον ορισμό της λέξης δεν ξέρετε; Ανοίξτε κάνα λεξικό, κλικάρετε κάναν Μπαμπινιώτη, ρωτήστε καμιά Ιφιγένεια μπας και ξεστραβωθείτε.
Η 'θυσία', πουλάκια μου αναλφάβητα, είναι οικειοθελής. Οι-κει-ο-θε-λής! Δηλαδή, θέλω – ΘΕΛΩ, λέμε – να προσφέρω κάτι: Κάτι που θα μου λείψει, κάτι που χρειάζομαι, κάτι που αγαπώ, κάτι που το πονάω. Το θυσιάζω με πόνο ψυχής - κι αυτό είναι επιλογή μου: ΜΟΥ. Όχι. ΣΟΥ. Θυσία με το πιστόλι στον κρόταφο δεν υφίσταται.
Οι αρχαίοι ημών σφάζανε στο βωμό μοσχάρι, γιατί θέλανε να το σφάξουνε. Θα μου πεις δεν ήθελε το μοσχάρι. Σωστό κι αυτό – αφού ως μοσχάρια μας αντιμετωπίζουν.
Να σας το κάνω λιανά – που έχετε κάνει την ελληνική γλώσσα σφουγγαρόπανο. Για να μιλήσετε για την δική μου τη θυσία – πρέπει πρώτα να έχετε πάρει την άδεια μου. Πρέπει πρώτα να με έχετε ρωτήσει αν θέλω κι εγώ να δεχτώ. Τότε και μόνον τότε είναι θυσία. Αλλιώς είναι βία κι εξαναγκασμός.
Για να είναι θυσία, πρέπει να έχει διεξαχθεί ο έξης διάλογος ανάμεσα σε κυβέρνηση και πολίτη:
- Τούλα, δεν πάμε καλά.
- Το πρόσεξα.
- Δε βγαίνω μάναμ. Θα το κλείσω το μαγαζί.
- Μπαίνετε μέσα, ε;
- Τι το' θελες κι εσύ το 4Χ4 το 2005, ρε Τούλα;
- Δεν ήξερα...
- Δεν ήξερες, δεν ρώταγες;
- Ρώταγα η καψερή αλλά μου λέγατε ψέματα.
- Ψέματα εμείς;
- Οι πρωθυπουργοί. Ο κυρ Κώστας εκείθε στα πευκάκια κι ο κυρ Γιώργος ολούθε κατά τη ρεματιά. Με φλομώσαν τα μανάρια μου.
- Ε καλά, κι αν καταστρέψαμε μια χώρα μην το κάνεις ζήτημα, νερό κι αλάτι μωρέ.
- Αλίμονο!
- Εσύ όμως, τώρα πρέπει να κάνεις μια θυσία.
- Μόνο μια;
- Κατ' αρχάς, θα σου φορολογήσουμε το διαμέρισμα δέκα φορές πάνω απ' την αξία του.
- Με κακομαθαίνετε!
- Η οποία αξία του θα πέσει στα Τάρταρα.
- Εμ, μισές δουλειές θα κάνουμε;
- Δεύτερον, θα πρέπει να σε απολύσουμε.
- Ουάου!
- Σόρι ρε Τούλα.
- Μην το ξαναπείς. Ευκαιρία να επιβλέπω προσωπικά το pool boy γιατί μου 'χει κάνει την ολυμπιακών διαστάσεων σύσκατη.
- Το γεγονός ότι θα είσαι απολυμένη δεν σημαίνει πως θα σκαπουλάρεις τους φόρους. Διπλά θα μας τα σκάσεις!
- Τι καλά, και νόμιζα πως δεν θα μου το ζητήσετε ποτέ!
- Πάμε τώρα στην επόμενη θυσία...
- Αχ, ωραία ίσα που ζεσταθήκαμε.
- Σε πειράζει το παιδί σου να είναι άνεργο;
- Αλίμονο, γιατί το σπούδασα τόσα χρόνια; Για να κάνει πλούσιους τους εσπρεσάδες και τους καπουτσινάδες της γειτονιάς.
- Αν έχει διδακτορικό, να στον βάλω ντελιβερά στα γυρόπιτα;
- Μη σας βάζω σε κόπο.
- Και τη κόρη η βιολόγος, με κονσομασιόν βολεύεται;
- Μας σκλαβώνετε!
- Τώρα αν δεν μπορέσεις να πληρώσεις και σου πάρουμε το σπίτι, μην το πάρεις προσωπικά!
- Είμ' εγώ τέτοιος άνθρωπος;
- Θα σου αφήσουμε μια κουβέρτα για να κοιμάσαι στο παγκάκι.
- Σας βάζω σε έξοδα.
- Δίνουμε παροχές εμείς, όχι αστεία!
- Βασίλισσα μ' έχετε!
- Κι ό,τι άλλο χρειαστείτε, μη διστάσετε.
- Γεια σου, ρε Τούλα λεβεντιά!
- Καμιά χρεοκοπία, καμιά απελπισία, καμιά αυτοκτονία – εδώ είμαι εγώ!
- Λοιπόν, παίρνω τη θυσία σου και να πηγαίνω σιγά σιγά...
- Να σας δανείσω και για το ταξί...
- Νοου πρόμπλεμ.
- Μα πως θα φύγετε;
- Νύχτα, Τούλα μου! Θα φύγουμε νύχτα!
ΕΛΕΝΑ ΑΚΡΙΤΑ»

Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι ποτέ δε σχολιάζουν τους άλλους!!!

Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι ποτέ δε σχολιάζουν τους άλλους. Αντί να ασχολείστε με την κριτική των άλλων ή τον σχολιασμό των άλλων, αφιερώστε τ...