Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

10 απαντήσεις ώριμων κι ανώριμων γονιών στα παιδιά

sosto 10Το να είσαι καλός γο­νιός είναι μια προ­σπά­θεια κα­θη­με­ρι­νή, που δεν στα­μα­τά­ει σχε­δόν ποτέ. Φυ­σι­κά όλοι όσοι με­γα­λώ­νου­με παι­διά κά­νου­με λάθη. Έτσι μια δύ­σκο­λη ημέρα γε­μά­τη υπο­χρε­ώ­σεις, λο­γα­ρια­σμούς που πρέ­πει να πλη­ρω­θούν ή μια δύ­σκο­λη σύ­σκε­ψη στο γρα­φείο πολ­λές φορές μας οδη­γούν σε λάθος συ­μπε­ρι­φο­ρές. Αν πραγ­μα­τι­κά κά­νου­με ο,τι περ­νά­ει από το χέρι μας για να με­γα­λώ­νου­με σωστά τα παι­διά μας, ας μην κα­τα­κρί­νου­με τον εαυτό μας. Αρκεί να έχου­με πάντα στο νου μας πως οι ώρι­μοι γο­νείς συ­ναι­σθά­νο­νται τα παι­διά τους, συγ­χω­ρούν τον ίδιο τους το εαυτό για τυχόν λάθη και έχουν αυ­το­πε­ποί­θη­ση στο ρόλο τους.
Για να δούμε τι απα­ντά­ει ένας ώρι­μος αλλά κι ένας ανώ­ρι­μος γο­νιός (εν­νο­ού­με τον γονιό που υπο­βαθ­μί­ζει τα συ­ναι­σθή­μα­τα του παι­διού, όχι πως δεν το αγα­πά­ει) όταν το παιδί του μι­λά­ει:
1.”Μαμά, φο­βά­μαι ν΄ανέβω στο δέ­ντρο”
Ανώ­ρι­μος γο­νιός : “Μα είναι δυ­να­τόν, τι φο­βά­σαι με­γά­λο παιδί; Δεν υπάρ­χει κα­νέ­νας λόγος. Έλα ν΄ανέ­βεις λοι­πόν στο δέ­ντρο, κοίτα τα άλλα παι­δά­κια που το κά­νουν!”
Ώρι­μος γο­νιός: “Το κα­τα­λα­βαί­νω, πες μου πώς νιώ­θεις. Εγώ είμαι εδώ για να σε προ­στα­τεύω, αν θέ­λεις μπορώ να σε βοη­θή­σω, αλλά αν δε νιώ­θεις έτοι­μος (π.χ ν΄ανέ­βεις στο δέ­ντρο) δεν πει­ρά­ζει. Ούτως ή άλλως κά­νεις τόσα άλλα σπου­δαία πράγ­μα­τα.”
Ο ώρι­μος γο­νιός δεν υπο­βαθ­μί­ζει το φόβο του παι­διού του, κα­τα­νο­εί ότι ένα μικρό παιδί κάνει και­νούρ­για πράγ­μα­τα και λο­γι­κό είναι να φο­βά­ται. Δεν το κα­τα­πιέ­ζει να κάνει κάτι μόνο και μόνο για να το­νω­θεί ο ίδιος (ότι τα κα­τά­φε­ρε το παιδί του) ή δε νιώ­θει ότι κάτι πε­ρισ­σό­τε­ρο ση­μαί­νει αυτό.Φυ­σι­κά δεν κάνει συ­γκρί­σεις με άλλα παι­δά­κια. Και πάνω απ΄όλα, το ρωτά πώς νιώ­θει για ν΄ανα­πτύ­ξει μια σχέση εμπι­στο­σύ­νης.
8a0ebd9d556551823b0ae053e60f2d7a2.”Μαμά, είδα φά­ντα­σμα”
Ανώ­ρι­μος γο­νιός: “Τι βλα­κεί­ες είναι αυτές, δεν υπάρ­χουν φα­ντά­σμα­τα.”
Ώρι­μος γο­νιός: “Ναι; για πες μου πώς ήταν; Νό­μι­ζα κι εγώ όταν ήμουν μικρή ότι είχα δει αλλά με­γα­λώ­νο­ντας κα­τά­λα­βα ότι έκανα λάθος.”
Με την απά­ντη­σή του αυτή ένας ανώ­ρι­μος γο­νιός προ­σπα­θεί να κάνει το παιδί του να μην φο­βά­ται. Δεν το κάνει δη­λα­δή για κακό (προ­φα­νώς). Έτσι όμως δεν πεί­θε­ται ένα μικρό παιδί. Επί­σης το παιδί θέλει ση­μα­σία, χρόνο. Το κα­λύ­τε­ρο λοι­πόν είναι να το ρω­τή­σου­με πε­ρισ­σό­τε­ρα γι αυτό που μας λέει, να μπού­με στη θέση του, να του πούμε πως κι εμείς κά­πο­τε εί­μα­στε σαν κι αυτό και μέσα  από την κου­βέ­ντα μας να ηρε­μή­σει και να πει­σθεί.
3.”Μαμά, ο Γιαν­νά­κης με έδει­ρε”
Ανώ­ρι­μος γο­νιός: “Να τον δεί­ρεις κι εσύ.”
Ώρι­μος γο­νιός: “Πό­νε­σες; Είσαι καλά; Εγώ είμαι εδώ, για πες μου όμως τι συ­νέ­βη; Ποιος ξε­κί­νη­σε πρώ­τος; Μήπως την επό­με­νη φορά πρέ­πει να το πεις στη δα­σκά­λα;”
Σε καμία πε­ρί­πτω­ση δεν πρέ­πει να ωθή­σου­με το παιδί ν΄αντα­πο­δώ­σει το χτύ­πη­μα. Έτσι ενι­σχύ­ου­με επι­θε­τι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές. Πρέ­πει πρώτα να ρω­τή­σου­με πως είναι, πώς νιώ­θει, τι συ­νέ­βη, αφού μέσα από την κου­βέ­ντα μπο­ρεί να φανεί πως το δικό μας παιδί προ­κά­λε­σε τον καυγά. Αν πρό­κει­ται  όμως για ένα παι­δά­κι που μο­νί­μως έχει επι­θε­τι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά πρέ­πει το δικό μας παιδί ν΄απευ­θυν­θεί στη δα­σκά­λα κι αν αυτό επα­να­λη­φθεί, θα μι­λή­σου­με πλέον εμείς στο σχο­λείο.
4.”Μαμά, δεν θέλω να έρθω μαζί σας εκεί που θα πάτε με τους με­γά­λους, βα­ριέ­μαι”
Ανώ­ρι­μος γο­νιός: “Δεν γί­νε­ται να μην πάμε κι εγώ πή­γαι­να με τους γο­νείς μου. Μας πε­ρι­μέ­νουν”
Ώρι­μος γο­νιός: “Το κα­τα­λα­βαί­νω αυτό που μου λες. Το περ­νού­σα κι εγώ όταν ήμουν μικρή. Επει­δή όμως δεν γί­νε­ται να μην πάει η μαμά κι ο μπα­μπάς μπο­ρού­με να βρού­με μαζί κά­ποιες λύ­σεις. Να τη­λε­φω­νή­σου­με στη για­γιά και τον παπ­πού να πας από το σπίτι τους; (αυτό στην πε­ρί­πτω­ση που έχετε αυτή τη δυ­να­τό­τη­τα). Να δια­λέ­ξου­με μαζί με­ρι­κά παι­χνί­δια, μαρ­κα­δό­ρους και χαρ­τιά για να πε­ρά­σει ευ­χά­ρι­στα η ώρα σου όσο θα βρι­σκό­μα­στε εκεί; Και σου υπό­σχο­μαι πως αν δω πως δεν περ­νάς καλά, δεν θα μεί­νου­με πολύ ώρα”
Το παιδί λέει αλή­θεια. Είναι μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Δεν είναι σωστό να ακυ­ρώ­νου­με αυτό που νιώ­θει και τε­λι­κά εκ­φρά­ζει επει­δή εμείς δεν έχου­με άλλη λύση. Ούτε φυ­σι­κά να μην πάμε εμείς. Βρί­σκου­με λοι­πόν εναλ­λα­κτι­κές κι ακού­γο­ντας πραγ­μα­τι­κά αυτό που μας έχει πει, μειώ­νου­με τον χρόνο πα­ρα­μο­νής μας σ΄ένα πε­ρι­βάλ­λον πραγ­μα­τι­κά βα­ρε­τό για ένα παιδί.
5.”Μαμά, δεν θέλω να πάω σ΄αυτό το πάρτυ, δεν είναι φίλος μου αυτός”
Ανώ­ρι­μος γο­νιός: “Θα πας, δεν θα εκτε­θώ εγώ στη μαμά του, μας πε­ρι­μέ­νει”
Ώρι­μος γο­νιός: “Εντά­ξει, μήπως όμως θα είναι κι άλλοι φίλοι σου εκεί και τε­λι­κά πε­ρά­σεις καλά; Έχετε μα­λώ­σει μ΄αυτό το παι­δά­κι ή απλώς δεν παί­ζε­τε; Θέ­λεις να κά­νεις κάτι άλλο εκεί­νη την ώρα; Πά­ντως δεν υπάρ­χει πρό­βλη­μα αν δεν θέ­λεις, δεν θα πάμε”
Εδώ τα πράγ­μα­τα είναι δια­φο­ρε­τι­κά σε σχέση με μια πρό­σκλη­ση για ενή­λι­κες. Το πάρτυ είναι παι­δι­κό, το παιδί λοι­πόν που είναι κα­λε­σμέ­νο έχει όλο το δι­καί­ω­μα να μην θέλει να έρθει. Το βοη­θά­με βέ­βαια για να κα­τα­λά­βει κι αυτό κι εμείς τι το οδή­γη­σε σ΄αυτή την από­φα­ση και δεν θέλει, αφού τα μικρά παι­διά δεν μπο­ρούν να δια­χει­ρι­στούν εύ­κο­λα κα­τα­στά­σεις. Για πα­ρά­δειγ­μα αν έχει μόλις απο­κτή­σει ένα νέο παι­χνί­δι  και θέλει να μεί­νει για να παί­ξει μ΄αυτό, του εξη­γού­με ότι σε δυο ώρες το παι­χνί­δι θα είναι και πάλι στη διά­θε­σή του. Αν όμως δεν το συ­μπα­θεί αυτό το παιδί που κάνει το πάρτυ, δεν υπάρ­χει κα­νέ­νας λόγος να μπαί­νει από τόσο νωρίς σε κοι­νω­νι­κές υπο­χρε­ώ­σεις που στην ουσία είναι δικές μας. Εξη­γού­με την αλή­θεια στην άλλη μη­τέ­ρα, η οποία αν είναι ώριμη θα το κα­τα­λά­βει, λέ­γο­ντας οτι “είχε τις κακές του και δεν ήθελε να ρθει”  ή αν θε­ω­ρού­με ότι θα πα­ρε­ξη­γη­θεί επι­κα­λού­μα­στε μια μικρή αδια­θε­σία.
 PLAY46.”Θέλω κι εμένα να μου πά­ρεις αυτό το παι­χνί­δι, η Μαρία το έχει” 
Ανώ­ρι­μος γο­νιός: “Θα στο πάρω” ή “Όχι, δε με νοιά­ζει τι κάνει η Μαρία.”
Ωρι­μος γο­νιός: ” Η Μαρία είναι σε μια άλλη οι­κο­γέ­νεια. Κι έχει κι άλλα πράγ­μα­τα που εσύ δεν τα έχεις, όπως εσύ έχεις δε­κά­δες πράγ­μα­τα που δεν έχει η Μαρία. Για να δούμε τι είναι αυτό το παι­χνί­δι, δεν έχεις κάτι ανά­λο­γο; Μήπως να πε­ρι­μέ­νου­με τα γε­νέ­θλιά σου; Δεν γί­νε­ται διαρ­κώς να αγο­ρά­ζου­με παι­χνί­δια.”
Ο ώρι­μος γο­νιός όπως εί­πα­με και στην αρχή έχει αυ­το­πε­ποί­θη­ση. Πι­στεύ­ει δη­λα­δή ότι είναι καλός γο­νιός, άρα δε νιώ­θει ενο­χι­κά που δεν έχει το παιδί του αυτό το παι­χνί­δι, ούτε μπαί­νει σε συ­γκρί­σεις με άλλες οι­κο­γέ­νειες. Ξέρει πως το παιδί του είναι ευ­τυ­χι­σμέ­νο γιατί έχουν με­τα­ξύ τους καλή σχέση. Αυτό είναι πολύ βα­σι­κό να το μάθει ένα παιδί γιατί πάντα στη ζωή θα υπάρ­χει κά­ποιος που θα έχει κάτι πε­ρισ­σό­τε­ρο. Το θέμα είναι πως τα παι­διά επη­ρε­ά­ζο­νται φυ­σι­κά. Αυτό πρέ­πει να το κα­τα­λά­βου­με. Και μπο­ρού­με κάπου κάπου να κά­νου­με πίσω. Όχι όμως διαρ­κώς, διότι έτσι θα δη­μιουρ­γή­σου­με ανα­σφά­λεια στο παιδί, ότι δεν εί­μα­στε στα­θε­ροί σ΄αυτά που λέμε και κά­νου­με, ότι μπο­ρεί να μας χει­ρι­στεί και στο τέλος δεν θα μπο­ρεί να δια­χει­ρι­στεί το ίδιο με­γα­λώ­νο­ντας το “όχι”.
7.”Μαμά δεν θέλω να δια­βά­σω” 
Ανώ­ρι­μος γο­νιός: “Δεν θα βγεις από το δω­μά­τιό σου αν δεν τε­λειώ­σεις τα μα­θή­μα­τά σου.”
Ώρι­μος γο­νιός: ” Σε απα­σχο­λεί κάτι και δεν μπο­ρείς να συ­γκε­ντρω­θείς; Είσαι κου­ρα­σμέ­νο; Έλα να το συ­ζη­τή­σου­με. Θέ­λεις να παί­ξεις για κα­νέ­να τε­ταρ­τά­κι και μετά να πας να κά­νεις τα μα­θή­μα­τά σου; Πως θα νιώ­σεις αν αύριο σε ρω­τή­σει κάτι η δα­σκά­λα και είσαι αδιά­βα­στος; Δυ­στυ­χώς δεν γί­νε­ται να μη δια­βά­σεις. Είναι η μο­να­δι­κή σου υπο­χρέ­ω­ση. Πάρε λίγο χρόνο και πες μου όταν είσαι έτοι­μος. Αν μά­λι­στα τε­λειώ­σεις γρή­γο­ρα θα πάμε και μια μικρή βόλτα.”
Κι εμείς κου­ρα­ζό­μα­στε και βα­ριό­μα­στε πολ­λές φορές, από­λυ­τα το κα­τα­λα­βαί­νου­με. Αλλά έχου­με μάθει πως με­ρι­κά πράγ­μα­τα εί­μα­στε υπο­χρε­ω­μέ­νοι να τα κά­νου­με. Γιατί δια­φο­ρε­τι­κά θα έχου­με επι­πτώ­σεις. Το ίδιο πρέ­πει να μάθει κι ένα παιδί. Και η επί­πτω­ση δεν είναι μια τι­μω­ρία άσχε­τη όπως δεν θα φας πα­γω­τό. Αλλά ότι αν είσαι αδιά­βα­στος θα εκτε­θείς στην τάξη ή αν δεν τε­λειώ­σεις τα μα­θή­μα­τά σου δεν θα πάμε βόλτα όχι γιατί είναι τι­μω­ρία, γιατί δεν θα υπάρ­χει άλλος χρό­νος. Τέλος πρέ­πει να μάθει πως η μο­να­δι­κή υπο­χρέ­ω­ση που έχει είναι το σχο­λείο και τα μα­θή­μα­τά του.
8.”Κλαίω γιατί τσα­κώ­θη­κα με τον φίλο μου”
Ανώ­ρι­μος γο­νιός: “Μα είναι δυ­να­τόν να κλαις για βλα­κεί­ες; Κλαί­νε οι άντρες; Άντε στα­μά­τα.”
Ώρι­μος γο­νιός: “Έλα σ΄εμένα στην αγκα­λιά μου να κλά­ψεις. Πες μου τι συ­νέ­βη; Πως νιώ­θεις;”
Όταν βλέ­που­με ένα παιδί να κλαί­ει νιώ­θου­με άβολα (δεν θα πρεπε όμως). Έτσι προ­σπα­θού­με να το στα­μα­τή­σου­με. Αυτό όμως δεν το εν­θαρ­ρύ­νει να εκ­φρά­ζει τα συ­ναι­σθή­μα­τά του και τα κρα­τά­ει μέσα του. Δεν μπο­ρεί να μας εμπι­στευ­θεί ή την επό­με­νη φορά απλώς δεν θα κλά­ψει κοντά μας κι έτσι θα χά­σου­με την ευ­και­ρία να μι­λή­σου­με μαζί του, να του μά­θου­με να ανα­γνω­ρί­ζει και να δια­χει­ρί­ζε­ται τα συ­ναι­σθή­μα­τά του. Του δεί­χνου­με λοι­πόν ότι εί­μα­στε εκεί, εί­μα­στε δίπλα του και απο­δε­χό­μα­στε πλή­ρως αυτό που νιώ­θει.
9.”Μη φεύ­γεις, θα μου λεί­ψεις”
Ανώ­ρι­μος γο­νιός: “Τι να κάνω παιδί μου, πρέ­πει να πάω στη δου­λειά. Κα­λη­μέ­ρα.”
Ώρι­μος γο­νιός: “Κι εμένα θα μου λεί­ψεις πολύ. Πρέ­πει όμως να πάω στη δου­λειά αλλά θα κά­νου­με μια συμ­φω­νία. Θα κά­τσεις εδώ να παί­ξεις με αυτό κι αυτό, θα μου ετοι­μά­σεις και μια ζω­γρα­φιά, θα πε­ρά­σει όμορ­φα και όταν θα έχεις παί­ξει, ζω­γρα­φί­σει και φάει εγώ θα έρθω, θα σε πάρω μια τε­ρά­στια αγκα­λιά και θα παί­ξου­με ό,τι θέ­λεις εσύ. Μήπως θέ­λεις να πάμε και στην παι­δι­κή χαρά; Σε 5 ώρες θα είμαι πίσω.”
Το παιδί δεν κα­τα­λα­βαί­νει γιατί πρέ­πει να πάμε στη δου­λειά. Και η εξή­γη­ση αλ­λά­ζει με βάση την ηλι­κία του παι­διού. Του δη­μιουρ­γού­με λοι­πόν τις συν­θή­κες για να πε­ρά­σει καλά σπίτι και του υπο­σχό­μα­στε κάτι που θα κά­νου­με μαζί  όταν επι­στρέ­ψου­με. Εί­μα­στε  όμως υπο­χρε­ω­μέ­νες να το τη­ρή­σου­με, ό,τι κι αν έχει συμ­βεί, γιατί αλ­λιώς θα χά­σου­με την αξιο­πι­στία μας.
10.”Θέλω να κοι­μη­θώ στο κρε­βά­τι σας”
Ανώ­ρι­μος (και κου­ρα­σμέ­νος) γο­νιός: “Άντε έλα.”
Ώρι­μος (ακόμη κι αν είναι κου­ρα­σμέ­νος) γο­νιός: “Αγάπη μου αυτό δεν γί­νε­ται. Εδώ κοι­μά­ται μόνο η μαμά με τον μπα­μπά. Εσύ έχεις δικό σου κρε­βά­τι και δικό σου δω­μά­τιο όπου έχεις τα παι­χνί­δια σου κι όλα τα ωραία σου πράγ­μα­τα. Όλοι μαζί δεν κοι­μό­μα­στε καλά και όλοι έχου­με ανά­γκη από ύπνο. Μπορώ όμως να έρθω στο κρε­βά­τι σου να σου δια­βά­σω ένα πα­ρα­μύ­θι, να μι­λή­σου­με για πολλή ώρα μέχρι να νιώ­σεις πως είσαι έτοι­μο να κοι­μη­θείς. Ποιο πα­ρα­μύ­θι θέ­λεις να σου πω;”
Γι αυτό το θέμα έχουν χυθεί τόνοι με­λα­νιού κι έχουν γρα­φτεί δε­κά­δες βι­βλία. Μπο­ρού­με να ανα­λύ­σου­με τους λό­γους που το παιδί θέλει να κοι­μά­ται με τους γο­νείς καθώς και γιατί δεν πρέ­πει αυτό να συμ­βαί­νει σε κά­ποιο άλλο Post (και θα το κά­νου­με, είναι υπό­σχε­ση) απλώς το βα­σι­κό που πρέ­πει να θυ­μό­μα­στε είναι πως το να κοι­μά­ται μαζί με τους γο­νείς ένα παιδί του κάνει κακό. Πρέ­πει εμείς λοι­πόν που θέ­λου­με να είναι καλά και να γίνει υγιής συ­ναι­σθη­μα­τι­κά ενή­λι­κας να θέ­σου­με τα όρια και να εί­μα­στε αυ­στη­ροί σε αυτό. Όχι στον τόνο της φωνής μας, αλλά σ΄αυτό που λέμε!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου